ΣΥΝΟΛΟ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ:

PORTAL_facebook

PORTAL_youtube

PORTAL_youtube2

MΕΣΟΧΩΡΑ


Live κάμερα από www.mesochoranet.gr

alt

Χριστουγεννιάτικο διήγημα  απο τον Παντελή Τσάκαλο

Ήταν μιά κρύα νύχτα τίς μέρες τών Χριστουγέννων. Τό χιόνι που τόσο θέλαμε να πέσει στό χωριό εμείς οι πιτσιρικάδες  δεν ήρθε.Τό θέλαμε τόσο πολύ να παίζουμε χιονοπόλεμο τις μέρες αυτές πούχαμε διακοπή απ τό σχολείο. Εγώ κι ο Μπέλλος ο κολλητός μου γυροφέρναμε μεταξύ Γκορτσιάς Φώτη- Κεχρί καί Τάκη Αραπογιάννη. Πότε στήναμε πάτες γιά σπουργίτια και κοτσίφια και πότε πετροβολούσαμε τά γυμνά κλαδιά τών δένδρων, να κάνουμε σημάδι. Ο δάσκαλος είχε φύγει στά Τρίκαλα νά φέρει στολίδια γιά τό δένδρο του σχολείου.


Το μαγαζί τού Γεροίτου γεμάτο άνδρες και η μυρωδιά απο τσίπουρο χαρμάνι έφτανε στις μύτες μας, και γουργούριζε η νηστική κοιλιά μας.Τα τσιόνια πηδούσαν καί πετούσαν χαμηλά (ποτέ δεν είδα τά τσιόνια αδύνατα, όλο παχουλά μου φαίνονταν). Είχαμε αποφασίσει δυό ομαδες από αγόρια πέντε τού κάτω μαχαλά καί εμείς νά παίξουμε πετροπόλεμο κάτω στο σχολείο. Φιάχναμε ένα χωνί από πάφλα καί τό γεμίζαμε χαλίκια. Καί τρέχοντας κατ απάνω στόν...εχθρό τό χύναμε μέ δύναμη το χαλίκι στο κεφάλι του! Ούκ ολίγα ανοίξανε σε τέτοιες ..μάχες! Είπα στό Μπέλλο:  ''Θα στολίσεις δένδρο τα Χριστούγεννα;'' ''Όχι μου είπε δεν κόψαμε(έλατο).'' Δεν ξέρω πως, αλλά η μάνα μου εκεί που πήγαινε στο βουνό για τα πράματα έκοψε ένα κορφί έλατο που έπιασε όλο το μικρό δωμάτιο. Εκεί μπροστά στό τζάκι πού πυρωνόμασταν καί καμμιά φορά μάς έπιανε ο ύπνος, έστησα το δένδρο και αυτό περίμενε να τό γεμίσω στολίδια και καλούδια. Δέν μ'άρεσε πού ο Μπέλλος  δέν είχε δένδρο. Ηταν φίλος μου. Καθόμασταν πότε στή Γκορτσιά Φώτη και πότε στό πουρνάρι δίπλα στόν αχυρώνα μας και μιλάγαμε. Κοιτούσαμε απέναντι στου Κανακάρι τα γυμνά γκρίζα δένδρα . Τίς κορυφογραμμές πού σχίζαν τον ουρανό σάν κοφτές μαχαιριές. Μάς έκανε εντύπωση, βουνό από δώ βουνό από κεί βουνό από τούς γκρεμούς της Σκάλας απέναντι στό βάθος η Αρέντα της Μεσοχώρας, πίσω η Τούρλα, παντού όρθια ψηλά βουνά και κάθετοι γκρεμοί. Κλεισμένοι σάν κυνηγημένοι. Τό μικρό μυαλουδάκι μας ολο ρωτούσε: Τι είναι πέρα άπο κεί;

                                        -.-.-.-.//.-.-.-,-

Τή βδομάδα αυτή των ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ περίμενε η χήρα μάννα μου καποιο δέμα από την Αθήνα. Η αδερφή μου η Λούλα περίμενε κάποια σχέδια λέει, γιά νά κόψει και νά ράψει φορέματα γιά τις χωριανές. Τό δίπλα δωμάτιο , στό βάθος ο αργαλειός καί κοντά στό παράθυρο μιά μηχανή Σίγγερ. Εκείνη τη χρονιά είχαμε φέρει και τό καινούργιο ρολόι, μάρκα γερμανική και η μάννα μου μου μάθαινε πώς διαβάζεται η ..ώρα!
Τώρα, μούλεγε, όταν ο μικρός δείκτης δείχνει τρείς και ο μεγάλος δώδεκα έχουμε τρεις ακριβώς. Όταν ο μεγάλος δείχνει τό δέκα έχουμε παρά δέκα.
Κάτι παρά καί κάτι και μισή, εκείνο πού εγώ κοίταζα ήταν ένας άλλος μικρούλης δείκτης πού έτρεχε γρήγορα και έλεγε τά ..δευτερόλεπτα!! Ίσως ήθελα νά μετρήσω τη ζωή μου μέ δευτερόλεπτα κι όχι μέ χρόνια!
  ''Βρές κάτι  να βάλουμε στο δένδρο'' μου είπε η Λούλα. Αυτή έβγαλε το βαμβάκι και γέμιζε μέ χιονάκια τά κλαδιά τού δένδρου. Εγώ τίς έφτιαξα ενα χάρτινο αστέρι. Καί τόβαλα στή κορυφή. Δυό πορτοκάλια πού ήθελα νά τά βάλω στό δένδρο τά βούτηξα από τό σχολείο και τάφαγα. Κοκόσιες(καρύδια), κουραμπιέδες καί ότι διέθετε το φτωχικό μας σπίτι προσπαθούσα νά τα κρεμάσω στά πολλά γιά μενα κλαδιά τού ..τεράστιου πλέον γιά μένα δένδρου. Πώς νά τό γεμίσω; Αναψα τή λάμπα καί όλο τό βράδυ σκεφτόμουν εκεί στό κρεβάτι πού καθόμουν κοιτάζοντας τό δένδρο, τί νά βρώ να τό κρεμάσω. Τίποτε. Ίσως το δέμα πού θά ρχότανε νά μού έλυνε τό πρόβλημα καί να δώ τό χριστουγεννιάτικο δένδρο όμορφο καί καλύτερο από κείνο τού σχολείου. Μέσα στή σκέψη καί την αγωνία, η θράκα τής φωτιάς από τό τζάκι έπεφτε καί η φλόγα στό φυτίλι της λάμπας κατέβαινε καί λίγο λίγο τό φώς λιγόστευε στό φτωχικό δωμάτιο. Ο ύπνος μέ πήρε μέσα στά  τραγόμαλα τσιόλια καί τλουπόχτηκα γιά τά καλά καί τό κεφάλι μέσα...

                                       ......///.........

Ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Η μάννα μου έλειπε από τό δωμάτιο. Η αδερφή μου, μού φώναξε πώς θά πήγαινε στό γαλάρι νά αρμέξει τίς γίδες καί νά φάμε κλάστρα. Άκουσα καί  τη θεία Θεοδώρα πού ηρθε να αφήσει κάτι καί έφυγε. Παραμέρισα τό κουρτινάκι από τό τζάμι, τό χιόνι έπεφτε ασταμάτητα. Ακούγονταν δίπλα στό κούρνο τά τσιρίσματα από τις κότες. Η μάννα μου έφτασε μέ μιά αγκαλιά ξύλα γιά τό τζάκι. Στό κρεβάτι πού κοιμόταν η αδερφή μου ήταν γεμάτο πράγματα. Τό δένδρο;  Τό δένδρο, ναί, δίπλα μου καί δέν τό...είδα! Γεμάτο στολίδια, κορδέλλες μικρές μπάλλες,καί στίς άκρες τών κλαδιών μικρά αστεράκια πολύχρωμα. Κάτω στή βάση μιά φάτνη καί στό κορμό του κρεμασμένο ένα ζευγάρι παπούτσια, σκαρπίνια.
 Η μάννα μου άφηκε τά ξύλα καί έφυγε βιαστικά. Δέν είπε τίποτε. Γύριζα γύρω γύρω από τό δένδρο.Πήγα στή πόρτα άνοιξα, τό χιόνι έπεφτε πυκνό, τα βουνά  κρύφτηκαν.Τά τσιόνια έρχονταν κοπαδιαστά καί κοπαδιαστά έφευγαν. Πώς μούρθε καί είδα ενα γίγαντα νά περνάει σάν σκιά μπροστά απ τήν αυλή μας καί χάθηκε. Γύρισα στό δωμάτιο. Έβγαλα τά γοβάκια πού φορούσα πού πριν μιά βδομάδα τάφιαξε η αδερφή μου καί επιχείρησα νά φορέσω τά κρεμασμένα παπούτσια τού δένδρου.Τά καρπίνια.Τά φόρεσα,καί σηκώθηκα. Περπάτησα μέχρι τη πόρτα τά πόδια μου έτρεμαν. Ποιό άλλο παιδί φοράει παπούτσια; Ένα πού τό θυμάμαι ήταν τρύπια. Φώναξα: ''Μαμά'' τίποτε, φώναξα πάλι ''Λούλα'' τίποτα .Βγήκα μέ τά σκαρπίνια έξω. Τό χιόνι σταμάτησε. Πατημασιές  μόνο από πουλιά μόνο. Η αντάρα έφυγε. Ο ουρανός καθάρισε. Βγήκα στό δρόμο. Φώναξα. Μπέλλο; Τίποτε. Γύρισα πίσω, πήγα στό γαλάρι. Άνοιξα τό μαντρί τά ζώα λείπανε. Έτρεξα σάν τρελλός στήν πλατεία. Ερημιά.Τό μαγαζί κλειστό, ανθρώποι πουθενά. Ρίγος μ' έπιασε, πνίγηκε ο λαιμός μου τό μόνο πού άκουγα ήταν ο ήχος από τά σκαρπίνια πού χτυπούσαν στό χώμα γιατί τό χιόνι είχε ξαφανισθεί καί κείνο. Έτρεξα στό σπίτι άνοιξα τη πόρτα μπήκα μέσα καί επεσα με δύναμη στό κρεβάτι...

                                .....////......

Ένιωσα τό ρίγος νά διαπερνά σ'όλο μου τό σώμα. Πετάχτηκα ξαφνικά σχεδόν όρθιος. Δίπλα τό τζάκι έκαιγε με τη νέα φλόγα από τά ξύλα πούφερε η μάννα μου. Έκατσα καί κοιτούσα. Τό δένδρο ήταν όπως τό είχα αφήσει τό βράδυ. Παπούτσια, φάτνες καί καλούδια δέν υπήρχαν. Τά γοβάκια μόνο ήταν δίπλα μου καί περίμεναν νά τά φορέσω.
Σηκώθηκα.Κοίταξα τό δένδρο πάλι.
-Ηθελα πολύ, τού είπα,  νά σέ στολίσω. Ηθελα πολύ νά σέ κάνω όμορφο. Ήξερα πώς μαζί μέ τό Χριστούλη, φτωχό μου δενδράκι, θά ρχόνταν τά δώρα καί γώ νά σέ στολίσω. Ομως δέν τά κατάφερα.
Κι ένα ΟΝΕΙΡΟ ακόμα ήθελα νά σού κρεμάσω φτωχό μου δενδράκι, να σέ καμαρώσω.Δέν θέλω παπούτσια. Δέν θέλω τίποτε. Ας είμαι ξυπόλυτος. Θέλω όμως εσύ νά είσαι γεμάτο. Γεμάτο ελπίδα γεμάτο ευτυχία, γεμάτο καλοσύνη. Μόνο κοκόσιες καί χάρτινα αστεράκια έχω νά σού δώσω. Καί μιά σφεντόνα πού έφιαξα, θά τή κρεμάσω κι αυτή σέ σένα φτωχό μου δενδράκι. Μαζί θά περάσουμε στή ζεστασιά μας,(εχουμε ξύλα, μή φοβάσαι) τά Χριστούγεννα, κι οταν ξεραθείς φτωχό μου δενδράκι, έγώ θά σ' έχω στή καρδιά μου πάντα στολισμένο....

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Γ. ΤΣΑΚΑΛΟΣ


ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

(ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ)

Το άρθρο έχει 1171  αναγνώσεις